Download Γη Του Πόντου - Δημήτρης Ψαθάς PDF

TitleΓη Του Πόντου - Δημήτρης Ψαθάς
File Size4.0 MB
Total Pages352
Document Text Contents
Page 1

Digitized by 10uk1s 

ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ 

ΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ 
ΧΡΟΝΙΚΟ

Page 176

Digitized by 10uk1s 

Πανιά δεν μπορούσαν πια  να  χρησιμοποιηθούν,  η  θάλασσα αγρίευε  και  θέριευε όλο  και 
πιο πολύ, ενώ το καΐκι μας γινόταν ένα καρυδότσουφλο, μέσα σε κείνο τον χαλασμό, πότε 
κατρακυλούσε, έλεγες, σε βάθη και πότε τιναζότανε ψηλά, πότε έγερνε ολόκληρο από την 
μια μεριά ή απ' την άλλη και σερνόταν αβοήθητο προς την στεριά απ' τον μανιασμένο τον 
βοριά. 

Οι επιβάτες τρομαγμένοι είχαν κολλήσει στα κοιλώματα του καϊκιού, μη μπορώντας ούτε το 
κεφάλι  να  σηκώσουν  για  να  δουν  το  κακό  που  γινότανε  απ'  έξω,  κλαίγαν  τα  μωρά  και 
φωνάζαν οι γυναίκες. Δεν ήταν μια συνηθισμένη φουρτούνα εκείνη, αλλά πολύ άγρια και 
βρισκόμαστε σε  κίνδυνο. Ο  καπετάνιος,  βλέποντας ότι  έτσι παραφορτωμένο που ήταν  το 
καΐκι  και  χαμηλωμένο  απ'  το  βάρος,  σε  λίγο  θα  το  καβαλούσανε  τα  κύματα,  διέταξε  να 
ρίξουν στη θάλασσα μερικά απ'  τα φορτία που είχε,  για να το ξαλαφρώση. Αυτό κι έγινε, 
αλλά με την ταραχή και την βιασύνη ρίξαν στη θάλασσα και τα κουπιά και τα φαλάγγια του 
καϊκιού.  Άλλη  κακοτυχία  αυτή  και  ο  καιρός  όχι  μονάχα  δεν  έλεγε  να  καλμάρη  ώρες  και 
ώρες, παρά μας πρόσθετε ακόμα κι άλλα από πάνω, βροχή με το τουλούμι και χαλάζι, που 
μαστίγωνε τα τρία καΐκια μας. Νόμιζες ότι όλα τα στοιχεία της φύσης βάλθηκαν να βοηθούν 
εκείνα  τα  πελώρια  κύματα,  που  άνοιγαν  τα  φρικαλέα  στόματά  τους  ζητώντας  να  μας 
καταπιούν. 

Όλη τη μέρα κράτησε αυτός ο θανάσιμος αγώνας με τη φουρτούνα και κατά το βραδάκι τα 
τρία  καΐκια  μας  κατάφεραν  να  βρεθούν  σε  μικρή  απόσταση  το  ένα  απ'  τ'  άλλο,  ώστε  να 
μπόρεση να γίνει κάποια συνεννόηση ανάμεσα στους καπετανέους για το τι θα κάναμε τη 
νύχτα, που ερχόταν πιο σκοτεινή και πιο άγρια ακόμα. Με κόπους και αγωνία μέσα στην 
κοσμοχαλασιά εκείνη φωνάζανε οι τρεις τους, ρωτώντας ο ένας τον άλλον και ζητώντας τη 
γνώμη  του,  για  παραπέρα.  Ύστερα  από  κάμποση  ώρα  αμηχανίας  κι  απορίας  πήραν  την 
απόφασή τους. Ο καπταν Ανέστης κι ο καπταν Γιάννης θα προχωρούσαν προς την στεριά 
για  να  γλυτώσουν  απ'  το  σίγουρο  ναυάγιο.  Ο  τρίτος  καπετάνος  κι  εξάδελφός  τους 
Θοδωράκης, δεν τόβρισκε σωστό και ζήτησε και τη δική μου γνώμη. 

Κι εγώ, βέβαια, βρισκόμουν σε τραγική αμηχανία αλλά ήξερα ότι ο κίνδυνος της στεριάς δεν 
ήταν καθόλου μικρότερος απ' της θάλασσας στα μέρη εκείνα του Λαζιστάν, όπου μέναν οι 
πιο άγριοι και πεινασμένοι Τούρκοι, οι Λαζοί. Αν θα καταφέρναμε, δηλαδή,  να φτάσουμε 
στη στεριά, σίγουρα θα μας λήστευαν και θα μας σκότωναν εκείνοι. Γι' αυτό συμφώνησα να 
συνεχίσουμε το ταξίδι μας, κρεμώντας όλες μας τις ελπίδες στο Θεό. Έτσι χωρίσαμε τα τρία 
καΐκια, τα δυο τραβώντας προς τα παράλια του Λαζιστάν και το τρίτο —το δικό μας— προς 
τ'  ανοιχτά  του  μαύρου  και  φουρτουνιασμένου  πέλαγου.  Προχωρώντας  και  παλεύοντας 
ασταμάτητα  φτάσαμε  κατά  τα  μεσάνυχτα  κατάντικρυ  σ'  ένα  μέρος  που  έδειχνε  σαν 
λιμανάκι κι είπε ο καπτάν Θοδωράκης ν' αράξουμε για λίγο εκεί, μήπως τυχόν και κατά τα 
ξημερώματα γυρίση ο καιρός και μας φυσήξουν αέρηδες στεριανοί. Άλλωστε είμαστε τόσο 
τσακισμένοι,  ώστε  τ'  αποφασίσαμε  να  ζυγώσουμε  κατά  κείθε  κι  ό,τι  ήταν  να  γίνει  ας 
γινόταν.  Ζυγώσαμε,  λοιπόν,  αλλά  την  ώρα  που  το  καΐκι  ετοιμαζόταν  να  ρίξη  άγκυρα  και 
γύριζε  κατά  το  βοριά,  ένα  πελώριο  κύμα  χύμηξε  και  πλημμύρισε  τα  πάντα.  Τσίριξαν  οι 
γυναίκες: 

—Πνιγόμαστε! 

—Χανόμαστε! 

—Βόηθα Χριστέ και Παναγιά μας!

Page 177

Digitized by 10uk1s 

Όλο το κοίλωμα ήταν τώρα γεμάτο απ' το νερό, κλαίγαν οι γυναίκες και τα μωρά σπαράζαν 
στην αγκαλιά  τους,  μισοπεθαμένα απ'  την παγωνιά και  την φριχτή δοκιμασία.  Βλέποντας 
την απελπιστική κατάσταση ο καπετάνιος, μαζί με την προσπάθεια ν' αδειάσουμε το νερό 
είπε να ρίξουμε και τα πράγματά μας στη θάλασσα για να λαφρύνουμε λιγάκι ακόμα: 

—Να,  πρόστεσε,  πρώτος  ρίχνω  εγώ  τα  δικά  μου,  κάντε  κι  εσείς  το  ίδιο,  αλλοιώς  δεν 
γλυτώνουμε. 

Έρριξε  τα δικά  του εκείνος,  ρίξαμε κι  εμείς  τα δικά μας όλα κι ύστερα με  τους  τενεκέδες 
αδειάσαμε  και  τα  νερά  κι  έτσι  το  καΐκι  ξαλάφρωσε  κάμποσο  κι  υψώθηκε.  Αλλά  με  τους 
τενεκέδες αδειάσαν στη θάλασσα και το πόσιμο νερό κι έτσι δεν είχαμε ούτε μια σταγόνα. 
Η  κατάστασή  μας  ήταν  τώρα  πιο  φριχτή  ακόμα,  γιατί  βρεγμένοι  καθώς  είμαστε  απ'  τη 
βροχή και το κύμα, τουρτουρίζαμε παγωμένοι κι απελπισμένοι, μη έχοντας τίποτ' άλλο να 
περιμένουμε παρά τον θάνατο, που κοντοζύγωνε άλλωστε στα παιδάκια. Οι φωνούλες τους 
κόπηκαν από ώρα. 

Κατά  τα  ξημερώματα άρχισε  ν' αλλάζη κάπως ο καιρός και  να φυσά αέρας στεριανός,  τα 
κύματα  λιγόστεψαν  την  αγριάδα  τους  και  σιγά  ‐  σιγά  έδειχναν  σαν  να  καλμάρουν.  Όταν 
πήρε  να  φωτίση  και  βλέπαμε  πια  καθαρά  την  στεριά  φοβηθήκαμε  μήπως  μας  δουν  οι 
Τούρκοι,  γιατί  ακόμα  βρισκόμαστε  μεσα  στα  σύνορά  τους.  Ανοιχτήκαμε,  λοιπόν,  στο 
πέλαγος και συνεχίσαμε τον δρόμο μας χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς βρισκόμαστε, γιατί 
ποτέ άλλη φορά δεν είχαμε ταξιδέψει απ' αυτά τα μέρη, όπου ο κίνδυνος ήταν μεγάλος όχι 
μόνο  απ'  την  φουρτουνιασμένη  θάλασσα,  αλλά  κι  από  τους  πειρατές,  που  αφθονούσαν 
εκεί  τριγύρω.  Κατά  το  βράδυ  ζυγώσαμε  προς  τις  εκβολές  του  ποταμού  Τσορόχ,  όπου  το 
ρεύμα  ήταν  ορμητικό  κι  ο  δυνατός  αέρας  του  μπογαζιού  μας  τράβηξε  πάλι  ανοιχτά  στο 
πέλαγος. 

Και  να  τώρα η πιο μεγάλη μας  τραγωδία.  Τρία παιδάκια μέσα στο καΐκι μας ήσαν κιόλας 
πεθαμένα  —τριών,  έξι  και  εννιά  χρονών—  τρία  αγγελουδάκια  που  δεν  μπόρεσαν  ν' 
ανθέξουν στην παγωνιά  και οι μανάδες  τους  τα  κρατούσαν πεθαμένα στις αγκαλιές  τους 
σιγοκλαίγοντας.  Σφίγγοντας  την  καρδιά  του  ο  καπετάνιος  είπε  ότι  ήταν  γραφτό  τους  να 
βρουν τάφο στη θάλασσα, όπου άλλωστε δεν είχε λείψει ακόμα ο κίνδυνος να βρούμε κι 
όλοι εμείς οι άλλοι τον δικό μας τάφο. Αλλά κι αν καταφέρναμε να σωθούμε στη ρούσικη 
γη,  δεν  θα  μας  άφηναν  να  βγούμε  με  τα  τρία  λείψανα,  εξ  αιτίας  της  καραντίνας.  Με 
θρήνους και με κοπετούς αναγκάστηκαν να τα ρίξουν στη θάλασσα οι μανάδες τους, εκεί 
ανοιχτά στο άγριο πέλαγος. 

Την  νύχτα  είδαμε,  επί  τέλους,  από  πολύ  μακρυά  το  φανάρι  και  τα  φώτα  του  Βατούμ  κι 
εκάναμε μεγάλη προσπάθεια να πλησιάσουμε, αλλά στάθηκε αδύνατο. Ο δυνατός αέρας 
μας  έσερνε  πέρα,  δυνάμεις  δεν  μας  έμεναν  και  τουρτουρίζαμε  απ'  την  παγωνιά  καθώς 
μέναμε βρεμένοι,  δίχως αλλαξιές.  Εκτός απ' αυτά μας θέριζε κι η δίψα και μια απόπειρα 
που κάναμε να γλυκάνουμε με ζάχαρη λίγο νερό της θάλασσας και να το πιούμε, μας έφερε 
φριχτή αναγούλα, κι άναψε ακόμα περισσότερο τη δίψα μας. 

Σχεδόν  ακυβέρνητο  τώρα  το  καΐκι  μας  το  σέρναν  τα  ρεύματα,  έτσι  που  το  πρωί 
ξημερωθήκαμε  στ'  ανοιχτά  του  Ποτιού  χωρίς,  όμως,  ούτε  κι  εκεί  να  μπορούμε  να 
πλησιάσουμε! Κατά τις δέκα η ώρα μόνο πήρε πια να φυσά λεβάντες κι ο ευνοϊκός αυτός 
αέρας μας έκανε αμέσως να σηκώσουμε πανιά και βάζοντας πλώρη για το Βατούμ ύστερα 
από τρεις ακόμα ώρες, μπήκαμε στο ρούσικο λιμάνι ελεεινοί,  καραβοτσακισμένοι, με  την 
ψυχή στα δόντια. Εκεί βρισκόντουσαν κιόλας πλήθη από πρόσφυγες, που έτρεξαν να μας 
δουν και να μάθουν τα νέα από την Τραπεζούντα».

Similer Documents